Η πρόκληση - πρόσκληση των Χριστουγέννων

^Back To Top

logo

Του Δημητρίου Μίχα, φιλολόγου καθηγητού, τ. Δ/ντή της Ριζαρείου Σχολής

genesis1Α. ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Ή παρουσία τού Θεού είναι συντριπτική σ’ αυτόν τόν κόσμο καί τήν αισθάνονται ακόμη κι’ εκείνοι πού θέλουν νά τήν αρνηθούν. Το μέγεθος και η σπουδαιότητά της καθρεπτίζεται στήν ακατανίκητη δύναμη πού παρουσιάζουν ορισμένες αξίες, όπως τού αγίου, τού αγαθού, του δικαίου, πού μερικές φορές απαιτούν τή θυσία ακόμη καί τής ζωής1. Η «Αποκάλυψι» του Θεού σε πολλούς ανθρώπους είναι τόσο καταλυτική που επιλέγουν την εγκατάλειψη των εγκοσμίν και την απόλυτη αφιέρωση της ζωής σε Εκείνον σε «ερημικούς τόπους» πνευματικής Άσκησης. Άλλοι διαμορφώνουν έναν Τρόπο ζωής με πληρότητα αισθημάτων ανθρωπιάς, εκφραζομένη με Αγάπη, Καλοσύνη και κάθε είδους Αλληλέγγυας Προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Η πλειονότητα βέβαια είναι παγιδευμένη σε μια εθιμική πρακτική ή κοινωνική υποχρέωση που «επιβάλλει» η Εόρτια Παράδοση χωρίς άλλους προβληματισμούς.

Στην ουσία τον σημερινό Άνθρωπο τον συμπνίγει η τύρβη της καθημερινότητας, ο αγώνας για επιβίωση και η προσπάθεια κάλυψης των Αναγκών του, ασχέτως αν η εφαρμοσμένη Επιστήμη και η τεχνολογική εξέλιξη του παρέχει, σε όλα τα επίπεδα, εξαιρετική ποιότητα ζωής. Ανεξάρτητα επίσης αν ο σημερινός Άνθρωπος περηφανεύεται για την δυνατότητα μετοχής σε οποιονδήποτε γνωστικό τομέα και την ικανότητα πρόσβασης του και αποδοχής σε οποιαδήποτε πληροφορία, αισθάνεται εν τούτοις ανήμπορος και με δέος ενώπιον του μυστηρίου του «Αγνώστου Θεού», κατεχόμενος από τον ίδιο προβληματισμό που ταλάνιζε παλαιότερα τους Αρχαίους Αθηναίους. Έτσι φαίνεται να δικαιώνονται εκείνοι που διατείνονται ότι ο άνθρωπος κάτω από οποιοδήποτε γεωγραφικό, ιστορικό και κοινωνικό - πολιτιστικό περιβάλλον «αφήνει χώρο προετοιμασίας» για την Πίστι σε έναν Θεό - Σωτήρα που θα τον λυτρώσει από την «μεταφυσική βάσανον», ή από την μεταθανάτια Αγωνία, χαρίζοντάς του πρωτίστως και μία «επίγειον ειρηνική, ευδαίμονα και δικαία ζωή». Οι «εν εγρηγόρσει του πνεύματος» και οι ενσυνείδητα πιστοί προσβλέπουν στον Σωτήρα – Θεάνθρωπο που ως τέλειος Άνθρωπος θα βιώνει την ανθρωπίνη φύση στην ολότητά της και ως τέλειος Θεός με την Χάρη Του θα προνοεί τα πάντα - σεβόμενος και την ελευθερία βουλήσεώς της - και θα φωτίζει τον Ουράνιο προορισμό της σε Αιώνια Βασιλεία. Έτσι ο Θεός «Θεάται» προσδοκώμενος ως η πρωταρχική αιτία των πάντων και της ύπαρξής του και ως ο τελικός και απόλυτος σκοπός της πληρότητάς του.

Β’ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Η ανθρώπινη Ιστορία βεβαιοί ότι η προσδοκία της «Αποκάλυψης του Θεανθρώπου» που θα παρέμβη νοηματοδοτώντας τον ανθρώπινο χρόνο με ευφρόσυνη «Ευ-αγγελία» Λύτρωσης, ενώ ήταν διακαές-διαχρονικό αίτημα και ανακουφιστική η Παρουσία Του, η «προετοιμασία» υποδοχής Του όμως από τον επίγειο κόσμο, πάντα εφαίνετο δύστοκη και υπό εχθρική αμφισβήτηση. Ακόμη και ο λαός του Ισραήλ που είχε προετοιμαστεί από τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, αποκαλύπτοντας τον Νόμο Του και την Θέλησή Του με τον Μωυσή, τους Σοφούς, τους Προφήτας, τους διδασκάλους και τους ιερείς για να υποδεχθούν τον Μεσσία και Σωτήρα Του2, όταν εμφανίστηκε όχι μόνο δεν τον «φιλοξένησε», αλλά τον συνέλαβε και τον Σταύρωσε.
Αντίθετα ο ειδωλολατρικός κόσμος παρά την αντίδραση και τον απηνή διωγμό που υπέστη από την εξουσία και τους αυτοκράτορες, το Ευαγγέλιο της αγάπης, της ειρήνης, της συναδέλφωσης, της προσωπικής ετερότητας και ελευθερίας, συνάντησε ευμενή αποδοχή και σταδιακά επικράτησε γενόμενο ουσιαστικός τρόπος ζωής3.
Βέβαια η Δύση μετά το Σχίσμα του 1054 μ. Χ., στρέβλωσε τον λυτρωτικό χαρακτήρα της Γέννησης του Θεανθρώπου, προβάλλοντας με αξιωματική προτεραιότητα την Ενανθρώπηση και προσδίδοντας σε Αυτή εγκόσμια εξουσία. Έτσι το Αρχιερατικό και Βασιλικό αξίωμα του Μεσσία - Χριστού «παρέκκλινε» σε χρηστική προβολή του Πρωτείου και Αλαθήτου του Πάπα, ενώ ο προφητικός – ευαγγελικός λόγος της αγάπης και ελευθερίας του ανθρώπου ευτελίστηκε όταν η ανθρωπιά και η αξιοπρέπεια συμπνίγηκαν για να επιπλεύσει η «βίαιη πειθαρχία» σε κανόνες, κώδικες και αρχές αντιμισθίας που καθόριζε η «Ιερά Εξέτασι», αναιρώντας εντελώς την πρωταρχική αιτία: ελευθερίας και Αγάπης και τον λυτρωτικό σκοπό της Αποκάλυψης του Θεού στον Κόσμο.
Επίσης και ο πνευματικός- φιλοσοφικός λόγος, εξοβέλισε το Αληθινό, καρδιακό-εμπειρικό περιεχόμενο της Πίστης, αντικαθιστώντας το με την αυθεντία του «Ορθού λόγου», όπως και τον Χριστιανισμό εν γενει τον υποβάθμισε ως θεωρία μιας «έλλογης κατασκευής» και ενός επι πλέον ιδεολογήματος σε –σμός: θετικισμός, ιδεαλισμός, σοσιαλισμός, κουμμουνισμός κ.λπ., απονευρώνοντας τον πλήρως από οποιανδήποτε Μεταφυσική απαντοχή και λειτουργικότητά του για τις ψυχές των ανθρώπων.
Για παράδειγμα, ήδη ο Θωμάς ο Ακινάτης ερμηνεύει το «Θεόπνευστο μήνυμα του Ευαγγελίου» με τις λογικές αρχές του Αριστοτέλη, ενώ αργότερα ο Ντεκάρτ απολυτοποιεί το Εγώ προσδίδοντάς του οντολογική αποκλειστικότητα, ταυτίζοντας «το σκεπτόμενο εγώ» με «το σκεπτόμενο όν», προξενώντας με τον τρόπο αυτό τον «Ανθρωπομονισμό του». Ταυτόχρονα όμως η διαλεκτική αφαιρετική της σκέψης του, αποβάλλει το Μυστήριο του Θεού, αφού πλέον το μοναδικό εχέγγυο της ανθρώπινης Ύπαρξης είναι μόνο η έλλογη Σκέψη, η οποία δεν επιτρέπει …πρόσβαση σε καμία εξ Ουρανού «Άκτιστη» Θεία παρέμβαση...
Την ίδια «εκλογικευμένη» υποδοχή επεφύλαξε και ο Διαφωτισμός και η Νεωτερικότητα, γκρεμίζοντας όλες τις Αυθεντίες (Κοινωνική, Πολιτική, Πνευματική, Ηθική, Θεολογική…) με αποτέλεσμα σκοπίμως να απορρίψουν και Εκείνη του Θεού, περιφρονώντας κάθε έννοια θρησκευτικού ιερού. Όλα ερμηνεύτηκαν με έναν ορθολογικό τρόπο
κινούμενα στην αντικειμενική πραγματικότητα της Φύσης. (Φυσιοκρατία). Εξ’ άλλου κατά τον Σπινόζα η ουσία του Θεού ταυτίζεται με την Φύση και έτσι το «άπειρον» Του περιορίζεται στα όρια του δυνατού της ανθρώπινης γνώσης. Η αυθυπαρξία δε της Φύσης καθίσταται και η θεωρητική πηγή των ηθικών αξιών των ανθρώπων αφού εκπορεύονται από τους ίδιους νόμους με τους οποίους οργανώνεται η ίδια η Φύση.
Έτσι ο Θεός κληρονομείται στον Γερμανικό ιδεαλισμό του Φίχτε, Σέλινγκ, και Χέγκελ χωρίς την «άκτιστη υπερβατικότητά» Του. Ο μακρινός Ουράνιος Κόσμος και Ο Θεός είναι μία απόπειρα «σύλληψης και κατασκευής» του σκεπτόμενου Ατόμου. Ο Θεός νοείται ως ον που ταυτίζεται με το Είναι και αυτό με την απόλυτη Ιδέα (Χέγκελ), με λογική συνέπεια η Φιλοσοφία και η Θεολογία να ταυτιστούν. Ο ίδιος ο Θεός δε, αποκτά αυτοσυνειδησία μέσω του ανθρωπίνου πνεύματος, το οποίο τώρα θεωρείται η πηγή και η αναγκαιότητα για την ύπαρξή Του(!). Έτσι ο Κάντ δεν βρίσκει πλέον λόγο να πιστεύει κανείς σε Θεό ή στην αθανασία ψυχής και προτείνει στην θέση του μία Ηθική έξω από την δικαιοδοσία Του. Το υπαρξιακό δε ερώτημα αντιμετωπίζεται με μια «άθρησκη θρησκευτικότητα» χωρίς Θεό και Εκκλησία. Με όλη αυτή την Νοησιαρχία της αφαιρετικής έλλογης σκέψης, έχει ως ακόλουθο τον Σαλό (τρελό) του Νίτσε που μάταια ψάχνει τον Αληθινό Θεό γιατί Αυτός ήδη έχει σκοτωθή, έχει πεθάνει από την γνωστική πένα των φιλοσόφων.
Γ’ Η «ΕΞ ΕΑΥΤΟΥ ΕΞΟΔΟΣ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ ….ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Βρισκόμαστε ξανά σε μία νέα «Αρχαιόπολη» παρακμής και ειδωλολατρίας. Η θεοποίηση της Λογικής και Επιστήμης ενέταξε τον άνθρωπο - με «συναισθηματική αδράνεια» και χωρίς ευτυχία - σε «πόλη κατείδωλον ούσα» (Πράξ.17,23), σε Χωρόχρονο «εννοιολογικής ειδωλολατρίας». Το άγαλμα που εκφράζει την εναγώνια εκ νέου Αποκάλυψη του «Αγνώστου Θεού» για τον διχασμένο άνθρωπο, βρίσκεται δίπλα στο κενοτάφιο του ειδώλου και άψυχου Θεού του πεπερασμένου ανθρώπινου Νου. Η διακηρυχθείσα Θεοκτονία των φιλοσόφων όμως δεν έλυσε την Ανθρωπολογική – Υπαρξιακή Ανάγκη και ούτε ό,τι νοσταλγούσε ο άνθρωπος για τον απεγκλωβισμό του και για την υπέρβαση της βιολογικής- οργανικής του Φύσης.
Για τον λόγο αυτό παρουσιάστηκαν διαχρονικά από την αντίπερα όχθη άλλοι, μεγάλοι της διανόησης και σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι και της Φιλοσοφίας και των Γραμμάτων και Τεχνών, και όχι μόνο της Θεολογίας, που βλέπουν ότι ό άνθρωπος χωρίς Θεό υποβαθμίζεται σε αντικείμενο ερριμμένο στον χρόνο της νομοτελειακής φθοράς4. Οι περισσότερο θεολογούντες προβάλλουν την Ύπαρξη του Θεού με Ουσία Άκτιστη που δεν υπόκειται στις κατηγορίες της ποσότητας, ποιότητας, του χώρου και χρόνου και με όποια άλλη ιδιότητα χαρακτηρίζει την κτιστή φύσι του αισθητού κόσμου. Ο Θεός διαγράφεται ως η Αιτία και ο Σκοπός της Δημιουργίας και Ζωής, απαιτώντας υπέρβαση της ανθρώπινης ύπαρξης τόσο από την φυσική βιολογική προσαρμογή όσο και από οποιαδήποτε Λογικοκρατική - συλλογιστική Φυλακή.
Για το τί είναι Θεός δεν τίθεται θέμα. Ο Θεός «οφείλει» να Είναι πάντα τέλειος, άχρονος, πάνσοφος, παντοδύναμος, ασύλληπτος ως προς την Ουσία και απρόσιτος στην ανθρώπινη σκέψη γιατί είναι «υποχρεωμένος αφ’ εαυτού» να Είναι έτσι, ειδάλλως δεν θα Είναι Θεός! Αλλά και όταν με αυτές τις ιδιότητες περιχαρακώνεται ως αφηρημένο Έλλογο όν που «αδιαφορεί εν υπνώσει και σιωπή δια τα καθ’ ημάς» (Ντεϊσμός) δεν ικανοποιεί καθόλου η αποδοχή του, εφ’ όσον λίγο απέχει από την εικόνα ενός άλλου φαντασιακού Ειδώλου.
Όταν όμως όχι εξ Ανάγκης αλλά ως Ελευθερία Αγάπης «Κένωσε» τον Εαυτό του για εμπειρική «φίλια κοινωνία» με τον άνθρωπο και ελευθέρωσε την θεότητά Του για να τον κάνει μέτοχο σ’ Αυτήν, είναι γεγονός που προσφέρει μία νέα νοηματική τροπή για την Ανθρώπινη Ύπαρξη και προσωπική εμπειρία συνδιαλλαγής και ετερότητας μαζί Του. Αυτή η προσδοκία λοιπόν δικαιώνεται στο Χριστιανικό Τριαδικό δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο Θεός ενεργεί και αποκαλύπτεται ως «Πατήρ (διά Υιού εν Αγίω πνεύματι)», νοηματοδοτώντας τον ανθρώπινο Ιστορικό χρόνο και σχεδιάζοντας ως Πρόσωπο με πατρικά αισθήματα αγάπης και πρόνοιας την Ανα-Γέννηση και λύτρωση της «πεπτωκίας εις Αμαρτίαν Θλίψιν και θάνατον ανθρωπίνης φύσεως». Είναι ο Πατήρ που «εκδηλώνεται» με την αποκάλυψη των ενεργειών Του και προκαλεί την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου σε Αγαπητική πρόσκληση μετοχής και κοινωνίας στο Θείο Μυστήριο της Ενανθρώπησης του Υιού Του5.
Δ. Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΥΙΟΥ «ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΗ» ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Όταν συνέβη – σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού - το «πλήρωμα του χρόνου», τότε «και ο λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1.14) Η Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού υπερβαίνει φυσικά την οποιαδήποτε κατατεθείσα φιλοσοφική «τεκμηριωμένη γνώσι», θεωρουμένη από την Πατερική γραφίδα ως «μέγα και απόκρυφον Μυστήριον6», αφού ο ανθρώπινος νους παρουσιάζεται αδύναμος να ανιχνεύσει Αυτήν την Θεουργία. Τώρα η «απειρότητα» του Θεού αποκαλύπτεται στο πλαίσιο της ανθρώπινης Φύσης και ο άνθρωπος αναδημιουργείται μέσα στις συνθήκες της Θείας, με τον «ακατανόητον και παράδοξον τρόπον» του θαύματος7. Η Ενσάρκωση τίμησε την προπτωτική σάρκα του Αδάμ του δημιουργηθέντος «κατ’ Εικόνα και καθ’ Ομοίωσιν». Έτσι η Ενανθρώπιση του Υιού επαναβεβαίωσε το καθολικό προσόν του Ανθρώπου να έχει ομοιότητα προς το Θεϊκό Αρχέτυπο και ως κορωνίδα της δημιουργίας να χρισθή ο Βασιλεύς του ορατού Κόσμου και ο Μύστης της νοεράς Βασιλείας.
Αυτή η Ενσάρκωση του Λόγου με πρόσληψη της Εικόνας του ανθρώπου, ανέδειξε και την ανθρώπινη φύση «εν μικρότητι μεγίστη», με την έννοια ότι αποτελεί την μεθόριο που ενώνει την αισθητή και την πνευματική κατηγορία Ύπαρξης, προικισμένη – ως Εικόνα Θεού – με την συνθετική και ολοκληρωτική δύναμη να είναι Αυτεξούσια και Ελεύθερη για να ενεργεί και να λειτουργεί ως «ένθεη Μορφή» μέσα στην αρμονική λειτουργικότητα της υπόστασης του σώματος και της ψυχής. Το σώμα δέχεται την ζωή από την ψυχή και εκείνη από το σώμα το πάθος.
Έτσι η Γέννηση του Χριστού στον παρόντα χρόνο δεν υπενθυμίζει μόνο το «λίαν καλώς» της ανθρώπινης Ύπαρξης - ως το τελειότερο έλλογο δημιούργημα της πλάσης, αλλά του χαρίζει την συνάφεια και τον Τρόπο «εμπειρικής πληρότητας», της άμεσης διαπροσωπικής αγαπητικής σχέσης, της μεθεκτικής κοινωνίας για να έχει με αυτόβουλη επιλογή την δυνατότητα να πορευτεί την γεμάτη νοήματος διαδρομή της σωτηρίας προς την θέωση και το προνόμιο της απολαβής της «εν δόξει αιωνιότητος».
Τό πρόσωπο τώρα πραγματώνεται μέσα στην ελευθερία, προσφερόμενο ελεύθερα στην Χάρη, η οποία ψαύει κάθε ψυχή εσώκρυφα, χωρίς ποτέ νά την εξαναγκάζει. Η κοινωνία με τον Νεότευκτον Χριστό δέν παράγει καμία θέληση, την μεταμορφώνει όμως θεοποιώντας μόνον εκείνη την θέληση πού τό προσδέχεται. Κατά τον Παύλο Ευδοκίμωφ υποδεχόμενος τον Θεό σημαίνει δέχομαι την αποκάλυψη της εσωτερικότητάς Του και συλλαμβάνω την ενοίκηση του Λόγου ως τρόπον «Καινής Ζωής8»
Ε. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΟΡΟΣ ΙΩΣΗΦ
Η Βιβλική αφήγηση της Γεννήσεως του Θεανθρώπου και κυρίως η Υμνολογία και η Εικονογραφία της, δίνει ιδιαίτερη σημασία στην «ελεύθερη υποδοχή-αποδοχή του Νηπίου ως «κατ’ εικόνα της θείας ελευθερίας» όχι με την έννοια της υποταγής, αλλά ως ενσυνείδητη ενέργεια, ως πράξη ταύτισης με το νοηματικό περιεχόμενο μιας υπαρκτικής «φίλιας εμπειρίας» μαζί Του. Η εμπιστοσύνη αυτή , η «εν επιγνώσει υπακοή», οδηγεί στην πληρότητα της Ανθρώπινης φύσης γιατί καθοδηγείται από την «Αρχέτυπον Αιτίαν» και «εκπληρούται από τον Σκοπό της θείας Οικονομίας». Και αυτό λογίζεται ότι είναι η μοναδική Αλήθεια ζωής. Έτσι ερμηνεύεται και το «γένοιτό μοι» της Θεοτόκου στο θείο θέλημα9.
Η Γέννηση του Χριστού είναι αποτέλεσμα αυτής της «ενθέου υπακοής» της Παρθένου Μαρίας στο θείο θέλημα. Η αποδοχή του θείου θελήματος - «Κεχαριτωμένη ούσα» (Λουκ. α', 28-29) με πνευματική και ηθική ζωή καθολικής εκτίμησης - εκφράζει την έσχατη ελευθερία του Είναι της. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ όταν - «κατά το πλήρωμα του χρόνου» - την ενημερώνει στα άδυτα του Ναού ότι στο πρόσωπό της πρόκειται να εκπληρωθή η υπόσχεση του Θεού για την ενανθρώπηση του Λόγου, αναμένει την αβίαστη απάντησή της· ειδάλλως δεν υπήρχε λόγος να ανοίξει διάλογο μαζί της.10
Για το θέμα και πάλι ο Ευδοκίμωφ σημειώνει: «Ό άγγελος πού αγγέλλει καί ή Παρθένος πού ακούει αποτελούν ένα σύνολο στήν ίδια συμφωνική τονικότητα. Είναι ή ιστορία του κόσμου συνοπτικά, ή θεολογία σέ μία μόνο λέξη· ή μοίρα καί του κόσμου καί του ίδιου του Θεού κρέμονται άπ’ αύτό τό ελεύθερο ανάβλυσμα. Άπό πάντα ή Παρθένος- και κατά τούτο είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένη, άγια καί αγνή- επιθυμεί καί θέτει ώς περιεχόμενο της ελευθερίας της μόνον ό,τι θά λάβη κίνηση άπό τό «γένοιτο» της: την γέννηση του Θεού. Καί ό Θεός ακόμη δεν επινοεί την ελευθερία, άλλά την στοχάζεται αιώνια καί ύστερα «είπε καί εγένετο». Ή ελευθερία του άνθρώπου κατ’ εικόνα Θεού είναι νά έπαναλαμβάνη αύτό τό ανάβλυσμα τής άλήθειας, πού προϋπάρχει στον άνθρωπο11».

Επίσης από το Εικονογραφικό σκηνικό αλλά και από Υμνολογικό λόγο που βασίζονται κυρίως στην απόκρυφη γραμματεία, ο Μνήστωρ Ιωσήφ εικονογραφείται συνήθως εκτός της Φάτνης και απόμακρα από το Σπήλαιον σε στάση σκεπτόμενου και προβληματισμένου ανθρώπου, για να αποτυπωθή το «αμέτοχόν» του στην Σάρκωση του Χριστού και να τονισθή η μη ερωτική συνάφεια με την Θεοτόκο Μαρία. Συνήθως δίπλα του στέκεται ένας δύσμορφος γέρικος τσοπάνης που συμβολίζει τον Διάβολο και ο οποίος ενισχύει επιμόνως τις αμφιβολίες του σχετικά με την «απείρανδρον Γέννησιν» του Ιησού.
Πράγματι εδώ, στο πρόσωπο του Ιωσήφ παρουσιάζεται το παγκόσμιο δράμα που αναπαράγεται δια μέσου όλων των αιώνων και συμπυκνώνει «την αμφιβολία για τα νομιζόμενα ως λογικώς αδύνατα». Ο,τι ενδύεται με αντίφαση, παραδοξότητα και με «υπέρλογον θεώρησιν» για τα Θεϊκώς τελούμενα, ο μη μυημένος σ’ αυτά κοινός νους, υφίσταται την πίεση του σκεπτικισμού και της δυσπιστίας του «δύσμορφου διαβόλου» που ειρωνεύεται την «αγαθότητα» του Ιωσήφ.
Σύμφωνα με τους Πατέρες επειδή αυτός «ο διάβολος πολλά ενίησιν, εμπυρίζων ημών την ψυχήν και εις αμφιβολίαν άγων12» (ο διάβολος μας εμφυτεύει πολλά, βάζοντας φωτιά στην ψυχή μας και μας οδηγεί στην αμφιβολίαν), μας προσκαλούν σε μία «άθλησιν», σε έναν αγώνα «συνετούς δυσπιστίας» για καλοπροαίρετη διαχείριση της ελευθερίας βούλησης μας, ώστε η εσωτερική πάλη να μη γίνει εμπόδιο στην υπερπήδηση των ορίων «του ορθού λόγου» και να αγγίξει με εμπιστοσύνη, με πίστη την «Κένωσι και Αποκάλυψι του Θεού» σε μια σχέση Αγαπητικής Εμπειρίας και Κοινωνίας μαζί Του.
Ο Ιωσήφ στην συλλογισμένη, αμήχανη και συνεσταλμένη στάση, δείχνει βέβαια τον άνθρωπο που βρέθηκε σε γεγονότα πάνω από τις δυνάμεις του, όμως δεν του λείπει «η αγαθή προαίρεσι» και έτσι δεν διαπερνά στην γνοφώδη άρνηση. Μάλιστα προσπαθώντας να ακολουθήσει τα «άρρητα» θα σταθή ψυχικά - πατρικά ως προστάτης στην μητέρα και στο θείο βρέφος παρ’ ότι αρχικά σκέφθηκε να τους διώξει κρυφά. (εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν: Ματθ. 1, 18- 19).13 Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή δεν λύγισε από τους φυσιολογικούς λογισμούς κατέστη το διαχρονικό σύμβολο θρησκευτικής παιδαγωγίας για κάθε άνθρωπο που βρίσκει αμήχανα το εμπόδιο των διαβρωτικών αμφιβολιών για να φθάσει στην πίστη του μεγαλυτέρου Μυστηρίου και ακαταλήπτου στην ανθρώπινη λογική, του θαυμαστού που άλλαξε την Ιστορία της Ανθρωπότητας. Ας μη ξεχνούμε ότι η δύναμη της λογικής πλεόνασε και μεταξύ των Ιουδαίων που είδαν συνολικά τον Χριστό (Γέννηση-Σταύρωση-Ανάσταση) ως σκάνδαλο, ενώ ό ειδωλολατρικός κόσμος το έκρινε αρχικώς ως μωρία (ανοησία). «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν» (Α΄ Κορ. 1,23).
Εξ’ άλλου η άσπιλος σύλληψη δεν κατανοείται στον χώρο των λογικών σχημάτων, αλλά κυρίως στο πνεύμα της απολύτου αγνότητας, καθαρότητας και αγιότητας που όφειλε να φανερώσει η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο της Θεοτόκου για να υποδεχθή την Ενσάρκωση της Θεότητας. Η αναμαρτησία της Παρθένου Μαρίας προ του τόκου, εν τω τόκω και μετά τον τόκον, είναι διατυπωμένη στην Ορθόδοξη διδαχή και με την προσωνυμία «Αειπάρθενος». Πάντως εφ’ όσον «η παρθενία ως απλή βιολογική κατάσταση δεν έχει καμμία θεολογική ή σωτηριολογική σπουδαιότητα14», ας σταθούμε ως πιστοί Χριστιανοί σε αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της Γεννήσεως του Λόγου του Θεού.
genesis2Συγκεκριμένα, τό γεγονός τής γεννήσεως το Λόγου τού Θεού από τή Θεοτόκο δέν φανερώνει μόνο τό μυστήριο τού Χριστού, πού είναι όντως τό πρόσωπο του προαιώνιου Λόγου τού Θεού, στήν άσύγχυτη ένωση των δύο φύσεων, αλλά φανερώνει επίσης και τό μυστήριο τού ανθρώπινου προσώπου. Ή σάρκωση εκφράζει τήν ύψιστη προσωπική παρέμβαση του Θεού μέσα στήν κτιστή ζωή καί φανερώνει πλέον τή νέα ύπαρξη σάν δωρεά προσωπικής σχέσης. Αύτή ή πραγματικότητα τής νέας προσωπικής ζωής γίνεται μέ τή μητρότητα τής Θεοτόκου, πού, μέ τήν αληθινή υίότητα του Χριστού, συνεπάγεται τήν δική μας υιοθεσία. Γιά τό λόγο αύτό στό πρόσωπο τής Θεοτόκου αναγνωρίζουμε τό νέο άνθρωπο, τόν άνθρωπο τής κατά χάρη υιοθεσίας, πού αποτελεί τό απαραίτητο στοιχείο τής ένανθρωπήσεως, τή σάρκα του Θεανθρώπου. Γιατί μέ τήν ενσάρκωση πραγματοποιείται ένα νέο είδος γέννησης του άνθρώπου, ή κατά Πνεύμα, ή «άνωθεν», γέννηση, πού καταργεί τούς νόμους τής φθοράς καί του θανάτου καί εισάγει στό πλήρωμα τής αιώνιας όγδοης ήμέρας. Είναι ή νέα δημιουργία του άνθρώπου, «ή γενέθλιος ημέρα τής άνθρωπότητος»15
ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ
Ανακεφαλαιώνοντας ας ειπωθή ότι η Γέννηση του Υιού , ως εκ τούτου, είναι Φανέρωση της Αγάπης του με ξεχωριστή σημασία γιατί, μεταξύ των άλλων, «παρεμβάλλει στο χρόνο τήν αιωνιότητα τής «φυσικής» κοινωνίας ανθρώπου καί Θεού. Ή αιωνιότητα δέν είναι ό υλικός χρόνος σέ μιαν ατέλειωτη προέκταση, αλλά τό παρόν τής προσωπικής σχέσης, τό άδιάστατο γεγονός τής αγαπητικής κοινωνίας, δηλαδή εκείνος ό τρόπος τής υπάρξεως πού αποκαθιστά τον άνθρωπο στήν πληρότητα τής προσωπικής του αλήθειας, πέρα από κάθε περιορισμό χρόνου, χώρου καί φυσικής φθοράς. Τή γεύση αυτού τού άφθαρτοποιημένου χρόνου τής προσωπικής κοινωνίας τήν προσεγγίζουν οί πιστοί μέσα στόν λειτουργικό χρόνο τής Εκκλησίας.
Κάθε λειτουργική-ευχαριστιακή σύναξη δέν είναι επανάληψη, μίμηση ή συμβολισμός, αλλά ή δυναμική μετοχή μας στο Σώμα τού Χριστού, στο γεγονός τής «φυσικής» ένωσης ανθρώπου καί Θεού. Καί στά όρια αυτού τού γεγονότος, τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον συναιρούνται στήν αμεσότητα τής παρουσίας: προσφέρουμε τήν Ευχαριστία όλοι μαζί, ζώντες καί τεθνεώτες, προφήτες καί μάρτυρες, όσιοι καί ομολογητές, προπάτορες καί απόστολοι, μαζί με μάς τούς σημερινούς τελώνες, ληστές καί πόρνες - παρόντες όλοι «ενώπιον» τού Χριστού, στήν αμεσότητα τής προσωπικής σχέσης μαζί Του.
Ή αιωνιότητα τής Εκκλησίας δέν ερμηνεύεται με τήν «αθανασία της ψυχής» των φιλοσόφων γιατί η ή Εκκλησία δέν σώζει τα «πνεύματα», αλλά τον άνθρωπο ολόκληρο, έτσι όπως τον προσέλαβε ό Χριστός στη θεανδρική Του σάρκα. Η αιωνιότητα της Εκκλησίας είναι ή άμεση εμπειρία τής μεταμόρφωσης του χρόνου στις διαστάσεις του Γεγονότος τής σωτηρίας, τής Σάρκωσης του Χριστού, τής διαχρονικής παρουσίας του Σώματος πού λειτουργεί τήν ευχαριστία.16


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, εκδ. ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ,ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1991, σελ.16.
2. Οι Ευαγγελιστές επισημαίνουν ότι η Γέννηση του Ιησού είχε προφητευθεί από μεγάλους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης πριν από πολλούς αιώνες (8ον- 7ον π.Χ. όπως απέδειξαν και χειρόγραφα του Κουμράν) και ήταν κάτι αναμενόμενο. Η πρώτη σχετική «προφητεία» δίδεται από τον ίδιο τον Θεό αμέσως μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων, σύμφωνα με την οποία «το σπέρμα της γυναικός» (Εκείνος που θα γεννηθεί από μια γυναίκα) θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» – διαβόλου (Γεν. 3,15). Οι μεγάλοι Προφήτες είχαν δεί συγκεκριμένα γεγονότα, συνδεόμενα με τη Γέννηση: ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο (Ησ. 7,14), θα καλείται Εμμανουήλ, δηλ. Θεός (Ησ. 7,14), θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ (Μιχ. 5,2), θα ονομασθεί Ναζωραίος (Ματθ. 2,23). Είχαν προβλέψει επίσης την προσκύνηση των Μάγων (Ψαλμ. 71,10-11, Ησ. 60,6), την επιστροφή από την Αίγυπτο (Ωσ. 11,1), τον θρήνο για τη σφαγή των νηπίων (Ιερ. 38,15).
3. Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. μεταφρ: Δέν υπάρχει Ιουδαίος ούτε έλληνας (δηλ. ειδωλολάτρης), δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα γιατί όλοι εσείς είστε ένας άνθρωπος (χωρίς διάκριση) με την εμπειρία της εν Χριστώ ζωής. (Επιστολή Απ. Παύλου προς Γαλάτες γ’ 23, δ’ 5 ).
4. Οι χριστιανοί υπαρξιστές π.χ. δυσπιστούν στις όποιες ορθολογικές προσεγγίσεις του Θεού. Με-ρικά ονόματα: Kierkegaard, Marcel , Buber, Bultmann , Paul Tillich, Unamuno, Berdyaev (Ο Νικόλαος Μπερντιάεφ είναι Ορθόδοξος). Ο Kierkegaard αντιτάχθηκε πολύ στο όλο πνεύμα της φιλοσοφίας του Χέγκελ. Ο Marcel έλεγε ότι η βασική ανθρώπινη εμπειρία είναι ότι ζούμε σε ένα κατακερματι-σμένο κόσμο και χρειαζόμαστε σωτηρία. Όλες οι ελπίδες μας είναι στην τελική ελπίδα σωτηρίας. Επιπλέον Marcel και ο Jaspers μιλάνε για τη σχέση με το «μυστήριο» ο ένας και το «υπερβατικό» ο άλλος. Μόνο ο Θεός, λέει ο Berdyaev, βοηθά τον άνθρωπο να ξεπεράσει τη θεμελιώδη μοναξιά του και να ανακαλύψει ένα σκοπό ανάλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι άθεοι υπαρξιστές αφήνουν τον άνθρωπο παγιδευμένο στο κόσμο, να αντιμετωπίζει τον παραλογισμό του θανάτου. Για τον Unamuno, ο θάνατος είναι η πιο τρομακτική κατάσταση που έχει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος και δημιουργεί μια δίψα για αθανασία…Γεωργία Φέλιου, πηγή http://www.ideotopos.gr/ ενθεοι_υπαρξιστες.
5. Αφότου γεννήθηκε, ό ’Ιησούς οί άνθρωποι μπορούν να ονομάζουν τό Θεό «Πατέρα» καί νά τόν νοιώθουν πραγματικά ώς «πατέρα « Ὅτε δέ ἦλθεν τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον έξαγοράση, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. Ὅτι δέ ἐστέ υἱοί, έξαπέστειλεν ὁ Θεός τό πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τάς καρδίας ἡμῶν κρᾶζον, ἀββᾶ ὁ πατήρ. Ὥστε ούκέτι εἰ δοῦλος ἀλλά υἱός' εἰ δέ υἱός, καί κληρονόμος » (Γαλάτας 4, 4-7).
6. «Τοῦτο ἐστί τό μέγα καί άπόκρυφον μυστήριον τοῦτο ἐστί τό μακάριον δι’ ὁ τά πάντα συνέστησαν τέλος· τοῦτο ἐστί τό τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων προεπινοούμενον τέλος, οὐ ἕνεκα μέν πάντα, αὐτός δέ οὐδενός ἕνεκα. Πρός τοῦτο τό τέλος άφορών τάς τῶν ὄντων ὅ Θεός παρήγαγεν οὐσίας» ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Πρός Θαλάσσιον 60, PG 90, 621 Α.
7. Η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό γεγονός «…ομολογουμένως μέγα εστίν το της ευσε-βείας μυστήριον , Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκκηρύχθη εν Εθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξει » Α’ Τιμ. 3,16), …Μυστήριον «χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένον, φανερωθέν δε νυν» (Ρωμ. 16,25). …«… Ή ένανθρώπησις είναι μία παράδοξη καί κατά κάποιο τρόπο άντινομιακή πορεία πού φέρει τόν κτίστη στήν θέσι του κτίσματός του: ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Πρός Σιμπλίκιον, Jaeger III, I, 68 έ.1.
8. Παύλος Ευδοκίμωφ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θες/κη 1972, σελ. 97.
9. 'Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, επειδή είναι εκών τής θείας ελευθερίας καί έχει γιά τούτο τήν εξουσία τής εκλογής: Ιερός Χρυσόστομος, Ρ. G. 36, 632 G.
10. Η αναφορά γίνεται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56). Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού. (Από το κείμενο: Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, 25 Μαρτίου 2015).
11. Παύλος Ευδοκίμωφ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θες/κη 1972, σελ. 98-99.
12. Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, 24η Ομιλία προς Εφεσσίους, cap.vi, homil.xxiv.
13. Την ίδια σκηνή περιγράφει το δοξαστικό των Μεγάλων Ωρών της παραμονής των Χριστου-γέννων: «Τάδε λέγει Ιωσήφ προς την Παρθένον Μαρία, τι το δράμα τούτο, ο εν σοι τεθέαμαι; απορώ και εξίσταμαι και τον νουν καταπλήττομαι λάθρα τοίνυν απ' εμού γενού εν τάχει...».
14. Γεωργίου Μαντζαρίδη, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως». Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Θεσσαλονίκη 1991, σ. 274.
15. Μ. Βασίλειος, Εις τήν Αγίαν του Χριστού Γέννησιν, ΒΕΠ 54, 233. Όλη σχεδόν η παράγραφος βρί-σκεται στο εξαιρετικό πολυσέλιδο κείμενο του Αναπληρωτού καθηγητού Πανεπιστημίου Ιωάννη Παναγοπούλου, στον αφιερωματικό τόμο» ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 118.
16. ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Εορτολογικά παλινωδούμενα, εκδ. Ακρίτας σελ. 108-09.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Άννη Ασημάκη - Γεράσιμος Κουστουράκης -Ιωάννης Καμαριανός , Οι έννοιες της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας και η σχέση τους με τη γνώση: Μια κοινωνιολογική προσέγγιση, Το Βήμα των κοινωνικών Επιστημών, 60, 99 – 120.
2. Αδραχτάς Βασίλειος, Η πολιτική διάσταση της εσχατολογίας στο Εκκλησία και Εσχατολογία, εκδόσεις Κα-στανιώτη, Αθήνα, 2001.
3. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, Επιμέλεια, ΚΑΛΑΙΤΖΙΔΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ΝΤΟΝΤΟΣ ΝΙΚΟΣ, Εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ 2007.
4. Αρτέμη, Ειρήνη, «Αποκλίνοντα στοιχεία στις διδασκαλίες του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και του Ισλάμ», Πηγή: http://www.impantokratoros.gr.
5. Αρτέμη, Ειρήνη «Οι Βασικότεροι Σταθμοί στη Ρήξη των Σχέσεων Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησιάς μέχρι το Μέγα Σχίσμα του 1054», πηγή: http://orthodoxiagr.gr
6. Αρτέμη Ειρήνη, Θρησκείες και Πολιτική στη Νεωτερικότητα , πηγή: www.24 grammata.com.
7. Aφροδίτη Σφαιροπούλου, Ο ατομοκεντρικός πυρήνας της νεωτερικότητας & ο αντικατοπτρισμός του στην μετα-νεωτερική έννοια του Θεού, Δημοσιεύθηκε : 25 Νοέμβριος 2015, Γράφτηκε από τον/την kadmin.
8. Βασίλης Γρόλλιος, Η Φιλοσοφία της Θρησκείας στον Ιμμάνουελ Καντ, από «Η θρησκεία Μέσα στα Όρια του Λόγου και Μόνο», Πόλις, 2007
9. Γιαγκάζογλου Σταύρος, Κοινωνία Θεώσεως, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα, 2001.
10. Γιαγκάζογλου Σταύρος, ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ, Δοκίμιο για μία θεολογία της ετερότητας, πηγή: http://www.pi-schools.gr/lessons/religious/analekta/80.pdf.
11. Γιαννουλάτου, Αναστασίου, Αρχιεπ. Τιράνων και Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας 2000.
12. Γιόχαν Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte), Πηγές: Πάπυρος Λαρούς - Wikipedia – Λεξικό Φιλοσοφίας του Πελεγρίνη
13. Γιώργης Παπανικολάου, Η υλιστική ηθική και η απουσία του Θεού, antifono.gr/portal/.../θεολογία.../3443-.ht. 26 Φεβρουάριος 2012 09:00 | Γράφτηκε από τον/την kadmin
14. Γιώργος Μερκούρης, Ο Kant και οι επίγονοι: Ο Γερμανικός Ιδεαλισμός στον Fichte, πηγή: www.kostasbeys.gr/articles.php/articles.php?s=4&mid=1498&mnu
15. Γιώργος Φαράκλας, Το άρθρο συνοψίζει μέρη από το βιβλίο Το Άγιο Πνεύμα ως Θείος Νους. Προβλήματα της φιλοσοφίας της θρησκείας του Έγελου, που θα κυκλοφορήσει από τον «Άρτο ζωής».
16. Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ, Η Συμβολή του στην Εδραίωση της Παγκο-σμιοποίησης, πηγή: www.katanixis.gr/2014/02/blog-post_4957.html
17. Δεληκωσταντή, Κ., «Η Εκκλησία και η Παγκοσμιοποίηση», πηγή: http://www.ec-patr.org/youth/delikonstandis.htm.
18. Δ. Δημητράκος, Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ TOY HEGEL ΚΑΙ TOY MARX ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΤΗΣ, πηγή: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/ekke/article/viewFile/7240/6960.pdf
19. Δανέζης Μάνος, Θεοδοσίου Στράτος, Η κοσμολογία της νόησης, εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα, 2003.
20. Δήμος Μαυρουδής, Ο Καρτέσιος και η προβληματική της θεμελίωσης της νεότερης σκέψης, πηγή: www.enet.gr/?i=news.el.article&id=49092.
21. Δημητρίου Ουλή, Ορθός λόγος και Διαφωτισμός. Αποφατικός και Εσχατολογικός λόγος, http://acadimia.org/nea-anakoinoseis/deltia-typou/22-perilipseis/343Δημοσιεύθηκε : 05 Ιανουαρίου 2008.
22. Ζιάκας Θεόδωρος, Η έκλειψη του υποκειμένου, Αρμός, Αθήνα, 2001.
23. Θ. Πελεγρίνη, Οι Πέντε Εποχές της Φιλοσοφίας, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998.
24. Κονδύλης Π, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1987.
25. Κονδύλης Π, Η Κριτική της Μεταφυσικής στη Νεώτερη Σκέψη, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1983.
26. Κοκοσαλάκη, Ν., «Παραδοσιακή θρησκεία και κοινωνία στην ύστερη νεωτερικότητα», Θρησκείες και πολιτική στη νεωτερικότητα,, εκδ. Κριτική, 2002.
27. Ματσούκας Νίκος, Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία, εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη, 1990
28. Ματσούκας Νίκος, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Πουρναράς , Θεσσαλονίκη, 2007
29. Μουζέλης, Νίκος: Νεωτερικότητα και θρησκευτικότητα: Εκκοσμίκευση, φονταμενταλισμός, ηθική (μτφρ. Τ. Πλυτά, επιμ. Β. Λιότζης). Αθήνα: 2014,
30. Μπέγζος Μ, Ελευθερία ή θρησκεία; Εκδόσεις Μ. Π. Γρηγόρης, Αθήνα 1991.
31. Παύλος Κλιματσάκης: Εισαγωγή στον Γερμανικό Ιδεαλισμό, Συστηματική εισαγωγή στον Γερμανικό Ιδεα-λισμό. Αθήνα: Ροές 2010,
32. ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, www. users.auth.gr/pv/44
33. Παναγιώτης Θανασάς, Γερμανικός ιδεαλισμός, εγελιανή διαλεκτική και Πλάτων
34. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, εκδ. ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1991
35. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ, ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, εκδ. ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1991
36. Πάνου Θεοδώρου, Η Κρίση και τα Χριστούγεννα από την σκοπιά της Φιλοσοφίας, πηγή: www.ekriti.gr
37. ΠΑΥΛΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, εκδ. Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1972
38. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ, Νεότερα και Σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα (19ος- 20ος αιώνας), εκδ. ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΑΠΙΣΤΗΜΙΟ, Τόμ. 3ος, Β’ εκδ., 2008
39. Πέτρου Βασιλειάδη, Χριστιανική Θεολογία και (Μετα)Νεωτερικότητα, πηγή: www.acadimia.org/.../339-xristianiki-theologia
40. Πέτρος Παπαποστόλου, Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ, Πηγή: www.kykkos.org.cy/imkt.cy.net/13/T13-114.pdf
41. Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Διαφωτισμός και Αριστερά, Πηγή: http://www.parembasis.gr/2007/07_11_01.htm
42. Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Εφέσου κ. Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Χάλκης, Ορθοδοξία και Θρησκευτική Ετερότητα, πηγή: acadimia.org/nea-anakoinoseis
43. ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ, ΑΠ’ ΤΗ ΦΑΤΝΗ ΩΣ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟ ΚΕΝΟ, (ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ) εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ,ΑΘΗΝΑ
44. ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, (ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ), εκδ. «ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ», ΑΘΗΝΑ, 1996
45. Αγουρίδη, Σ., «Ορθοδοξία και Ελληνικότητα», Θρησκείες και πολιτική στη νεωτερικότητα,, εκδ. Κριτική, 2002
46. Σέλινγκ, Φρήντριχ Βίλχελμ Γιόζεφ, πηγή: http://greek_greek.enacademic.com
47. Σωτηρίου Δεσπότη , Η έκπληξη των Χριστουγέννων, πηγή: www.orp.gr/?p=2671
48. Τζιόβας Δημήτρης, Η κυριαρχία της νεωτερικότητας, πηγή: www.tovima.gr/opinions/article
49. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ “PERSONA DEI” ΣΤΟΝ FICHTE, πηγή: https://amethystosbooks.blogspot.com
50. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Εορτολογικά Παλινωδούμενα, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, 1999
51. ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Σχεδίασμα Εισαγωγής στη Φιλοσοφία. Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1980.
52. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, (ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ), ΑΚΡΙΤΑΣ, 1982
53. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ: ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΕΣ
- Βασίλειος Τσίγκος, Καθηγητής Δογματικής Α.Π.Θ., Η σημασία της Ενανθρώπησης για τον άνθρωπο
- Ειρήνη Αρτέμη, Η έννοια της Νεωτερικότητας και ο Θεός, 14 Οκτωβρίου 2013
- Ειρήνη Αρτέμη, Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα: Η «Μεταπατερική» θεολογία, 3 Νοεμβρίου 2013
- Γέροντας Εφραίμ, Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Από το μετανεωτερικό προσωπείο στο πρόσωπο

Αναζήτηση

Τυχαία εικόνα

KOUROS_.jpg

Πρωτοσέλιδα